• info8425872

Η επιστροφή του μωσαϊκού

Τα μωσαϊκά, οικεία ήδη από τον νεοκλασικισμό και τον 18ο αιώνα, ενσωματώθηκαν στα κτίρια του μοντέρνου κινήματος και έγιναν μέρος του λεξιλογίου του. Σταδιακά, κυριάρχησαν στη μεταπολεμική ελληνική αρχιτεκτονική και η μοναδικότητά τους αναπτύχθηκε στα δημόσια κτίρια, στις εισόδους, στους κοινόχρηστους χώρους και στα ισόγεια καταστήματα των πολυκατοικιών, στα διαμερίσματα και στα μπαλκόνια τους. Γιατί, όμως, αυτό το γνώριμο, παλιό υλικό αξιοποιήθηκε, και μάλιστα σε αυτόν τον βαθμό, από το μοντέρνο κίνημα του εικοστού αιώνα που αμφισβήτησε σχεδόν όλα όσα ξέραμε για την αρχιτεκτονική, συστήνοντας την απλότητα, την καθαρότητα και τη γεωμετρική αφαίρεση;


Ο πρώτος είναι ότι το μωσαϊκό υπήρξε ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό υλικό, του οποίου η τιμή ήταν χαμηλή σε σχέση με την ποιότητά του. Για την κατασκευή του, οι τεχνίτες χρησιμοποιούσαν θραύσματα, τη φύρα από τα λατομεία που ίσως δεν θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν αλλιώς. Όπως υποστηρίζει και ο Κώστας Τσιαμπάος, αρχιτέκτονας και επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ, το να μην πετάς υλικά αποτελεί ένα διαχρονικό ζητούμενο για την αρχιτεκτονική.

Ένας δεύτερος λόγος είναι η ευελιξία του. «Σου δίνει ελευθερία να κάνεις ό,τι θες» αναφέρει ο κ. Τσιαμπάος, υποστηρίζοντας πως με τα μωσαϊκά μπορούν να στρωθούν ακόμα και σε περίεργες κατόψεις, ενώ δεν μπαίνουν όρια στη φαντασία, καθώς η επιλογή, τόσο των υλικών όσο και των χρωμάτων, έχει τεράστιο εύρος. Έτσι, από τα μωσαϊκά προέκυπταν πρωτότυπα δάπεδα, διαφόρων χρήσεων, χωρίς αρμούς.


Πέρα από οικονομικούς και πρακτικούς λόγους, όμως, ήταν η αισθητική και η αίσθηση που δίνει το μωσαϊκό που το κατέστησαν δημοφιλές κατά την «άνοιξη» της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η Ματίλντα Μπεράχα, αρχιτέκτονας που δραστηριοποιείται στην Αθήνα από το 1991, κάνει λόγο για ένα ειλικρινές, γοητευτικό και συνάμα μη πολυτελές υλικό που κατάφερε να εκφράσει τη λιτότητα του μοντέρνου κινήματος.

Αδιαμφισβήτητα, το μωσαϊκό, για σχεδόν μισό αιώνα, κατάφερε να αποτελέσει βασικό στοιχείο πολλών κτιρίων, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανταποκρινόμενο σε διαφορετικές ή και ετερόκλητες ανάγκες. Ωστόσο, το μωσαϊκό ούτε μονοπώλησε τις κατόψεις ούτε παρέμεινε ποιοτικά αμετάβλητο. Κοιτώντας το σε συνάρτηση με άλλα υλικά των πατωμάτων της εποχής, διαπιστώνει κανείς πως αποτελούσε μια οικονομικότερη εναλλακτική έναντι του μαρμάρου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις εισόδους των πολυκατοικιών. Και στο εσωτερικό των διαμερισμάτων όμως το μωσαϊκό έπρεπε να αναμετρηθεί με έναν ακόμα ανταγωνιστή, το ξύλο.


Προϊόν μιας χειροτεχνικής οικονομίας, το μωσαϊκό αρχίζει να παρακμάζει όταν αυτή ξεπερνιέται. «Ακόμα και τα τεχνικά επαγγέλματα απομακρύνονται από τη χειροτεχνία και πάμε σε βιομηχανοποιημένα προϊόντα» αναφέρει ο κ. Τσιαμπάος. Την εποχή εκείνη η τεχνολογική πρόοδος είχε καταστήσει ευκολότερη την επεξεργασία του μαρμάρου, σύμφωνα με τον ίδιο, καθιστώντας το υλικό οικονομικότερο. «Με τη διάδοση των φτηνών μαρμάρων το μωσαϊκό σταδιακά εγκαταλείπεται», αναφέρει ο «Οδηγός Κατοικίας». Ταυτόχρονα, ένα ακόμα υλικό θα αρχίσει να εκτοπίζει τα μωσαϊκά από τις κατόψεις, το βιομηχανικά παραγόμενο και, ως εκ τούτου, φθηνότερο πλακάκι. «Θα μπορούσαμε να πούμε, λίγο απλοϊκά, πως το μωσαϊκό δεν είναι ένα μοντέρνο υλικό, έρχεται από το παρελθόν, από την Ιστορία» αναφέρει ο κ. Τσιαμπάος, συμπληρώνοντας πως πλακάκι, εποξειδικά και λινόλεουμ είναι τα νέα δάπεδα: βιομηχανοποιημένα, γρήγορα παραγόμενα και φθηνότερα.


Κατά την τελευταία δεκαετία, η κάμψη στις νέες κατασκευές, σε συνδυασμό με τη διάδοση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ώθησε παλιούς και νέους ιδιοκτήτες να επικεντρωθούν στα παλαιότερα ακίνητα του αθηναϊκού κέντρου. Η οικοδομική δραστηριότητα αναζωογονείται, όχι με νέες πολυκατοικίες, όπως μεταπολεμικά, αλλά με την ανακαίνιση μέρους του κτιριακού αποθέματος. Ταυτόχρονα, μια πολυεπίπεδη καταφυγή στο παρελθόν, σε μεγάλο βαθμό υποβοηθούμενη από μια παρατεταμένη κρίση, ωθεί στην επαναξιολόγηση και σε μεγάλο βαθμό αποδοχή των έως πρόσφατα υποτιμημένων πολυκατοικιών αλλά και των επί μέρους χαρακτηριστικών τους.

Το μωσαϊκό, ωστόσο, δεν είναι ένα στοιχείο που αποσπάται και επανατοποθετείται αλλού, όπως οι μαρμάρινοι νεροχύτες. Όποιος αποφασίσει να το κρατήσει, θα πρέπει να το κρατήσει in situ. Η ανθεκτικότητά τους αποτελεί έναν σημαντικό λόγο για τη διατήρησή τους, μια κίνηση την οποία η κ. Νινιού περιγράφει ως βιώσιμη προσέγγιση με όρους οικονομίας και οικολογίας στη μικρή κλίμακα της ανακαίνισης. «Με μια συντήρηση, τρίψιμο και γυάλισμα μπορεί να δώσει την εντύπωση του καινούργιου, έχοντας και την ομορφιά του αυθεντικού, ατόφιου υλικού και όχι της απομίμησης» υπογραμμίζει.


Και σε νέες κατασκευές, όμως, το μωσαϊκό φαίνεται να διεκδικεί εκ νέου κομμάτια των κατόψεων, χωρίς όμως την ορμή και τη μαζικότητα του παρελθόντος. «Το εφαρμόζουμε και σε νεόδμητα κτίρια, με τεχνίτες που φτιάχνουν μωσαϊκό με σύγχρονες τεχνικές και μεγάλο εύρος επιλογών σε σχέση με την υφή, το χρώμα και το μέγεθος της ψηφίδας» αναφέρει, προσθέτοντας πως έτσι μπορεί να υπάρξει μια custom συνταγή για να επιτευχθεί με ακρίβεια το επιθυμητό αποτέλεσμα.


Από την αρχή της νέας δεκαετίας είναι εμφανές πλέον ότι τα μωσαϊκά επαναξιολογούνται, την ώρα που τεχνίτες τα απαλλάσσουν από το θόλωμα που απέκτησαν με την πάροδο του χρόνου. Με σαφήνεια μπορεί να διατυπωθεί πως τελικά πέτυχαν και πάλι να είναι ορατά και η φήμη τους αποκαθίσταται μαζί με τις επιφάνειές τους.






Πηγές:

https://www.stonegroup.gr/the-history-of-mosaics-and-their-contribution-to-architecture/

https://www.decobook.gr/texnika-arthra/toixoi-dapeda-orofes/dapeda-apo-mwsaiko-h-garmpilomwsaiko

Πηγές εικόνων:

https://www.lifo.gr/articles/design_articles/310236/i-epistrofi-ton-mosaikon-stis-polykatoikies-tis-athinas?fbclid=IwAR0OwJ4bQ06QmgjmpylbNdBC67U_wVlbPZZCI3F8M2pQ3pJWG7JUf5GTjXo